Στην Κύπρο έμενε ο παππούς με την κόρη, τον γαμπρό του και τα εγγόνια του. Έφυγε από το χωριό του κυνηγημένος και καθόταν και αγνάντευε τα τελευταία χρόνια από το παράθυρό του ανατολικά. Έβλεπε προς τα Κατεχόμενα. Έβλεπε προς εκεί που ήταν το πατρικό του σπίτι. Προσπαθούσε να κερδίσει την απόσταση, για να μπορέσουν να δουν τα γερασμένα μάτια του τη μεγάλη αυλή και τα δέντρα που άφησε πίσω. Δυστυχώς όμως, μ’ αυτόν τον καημό πέθανε ο παππούς. Δεν μπόρεσε να πάει ποτέ στο πατρικό του σπίτι.

Για την κηδεία ήρθαν όλοι του οι συγγενείς, από όλο τον κόσμο. Τα υπόλοιπα παιδιά του από την Αγγλία με τα εγγόνια και τα δισέγγονά του, ο αδερφός του από Αμερική, τα ξαδέρφια του α΄πο την Ελλάδα. Ο ένας τπυ όμως ο εγγονός, εκείνος που έμενε μαζί του στη Λευκωσία, εκείνος ο αλήτης που όλη την ημέρα άκουγε ξένη μουσική και γυρνούσε βόλτες με την μηχανή δεν εμφανίστηκε ούτε το βράδυ που τον ξενυχτούσανε, ούτε κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας. Παρά τη θλίψη  της ημέρας ακούστηκαν σχόλια για τη συμπεριφορά του: << Ο Αντρέας είναι μεγάλο τσογλάνι>>, είπαν.

Η νεκρική πομπή ξεκίνησε. Μπροστά πήγαινε ο παπάς, πίσω το φέρετρο με τον παππού και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι συγγενείς. Με βουβό πόνο πλησίαζαν προς τον τάφο. Εκεί τους περίμενε ο Αντρέας. Το κακό εγγόνι. Ο τσόγλανος.

Φορούσε το αγαπημένο του μαύρο δερμάτινο και ήταν λερωμένος. Το πρόσωπο και τα μαλλιά του ήταν λασπωμένα, τα χέρια του ήταν γδαρμένα και τα μάτια του έδειχναν άωθρωπο που, τουλάχιστον, δεν είχε κοιμηθεί.Τι είχε συμβεί; Μόλις πέθανε ο παππούς δεν τον κράτησε τίποτα. Ο Αντρέας πήδηξε τα ψευδοσύνορα, σύρθηκε ανάμεσα από τους τούρκους φρουρούς και έφτασε με τα πόδια μέχρι το χωριό. Πήγε στο σπίτι που του περίγραφε ο παππούς του μια ολόκληρη ζωή. Πήγε εκεί και έκοψε μόνο ένα κλαδί από τη λεμονιά που ήταν μπροστά στο παράθυρο της κουζίνας. Ο παππούς του, του το είχε πει: <<Αντρίκο δεν θα ησυχάσω, αν δεν μυρίσω το άρωμα από τη λεμονιά του σπιτιού μου>>. Και το τσογλάνι ο Αντρέας του έκανε τη χάρη. Με κίνδυνο της ζωής του! Έφερε στον παππού του ένα κλωνάρι λεμονιάς. Του το έβαλε στα σταυρομένα χέρια και μετά σήκωσε το σάβανο. Χαμογελαστός έφυγε ο παππούς για το μεγάλο ταξίδι.

Θέλω να σας πω ότι όσο υπάρχουν τέτοια τσογλάνια, δεν έχω να φοβάμαι τίποτα. Αυτά τα τσογλάνια που πολλές φορές δεν καταλαβαίνουμε…γιατι καμιά φορά η διαφορά της ηλικίας μας και της νοοτροπίας μας δεν μας αφήνει να δούμε καθαρά το τι κάνουν.Σε πρώτο πρόσωπο, ένα σας λέω: Συνεχίστε! Εγώ τουλάχιστον θα είμαι μαζί σας!

 ΥΓ: Η ιστορία είναι πέρα ως πέρα αληθινή.

Advertisements