lazopoulos2309-722937.jpg
 
Αντιγράφω από τη στήλη “Ο Καιρός” του Γ. Παπαδόπουλου-Τετράδη, της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας.

Με χαρά διαπιστώνω ότι σιγά-σιγά πληθαίνουν οι φωνές εναντίον της μεγαλύτερης απάτης στο χώρο του θεάματος, του Λακέ.

 

“Ο κύριος Λάκης Λαζόπουλος κατήγγειλε τους δημοσιογράφους, ότι αφού τακτοποίησαν το Ταμείο τους κάνουν πλάτες στην κυβέρνηση.

Η αλήθεια είναι ότι η θέση του δημόσιου αγορητή, που μπορεί να είναι από κατήγορος μέχρι καθοδηγητής, ενέχει τον κίνδυνο να ξεφύγει κανείς από το μέτρο και να την ψωνίσει, κατά το κοινώς λεγόμενο.
Χρειάζεται να έχει κανείς σεμνότητα, επαγγελματισμό, αυτογνωσία, καλλιέργεια με την ευρεία έννοια της λέξης, για να περιοριστεί στα πραγματικά και στα βασικά και να μην παρασυρθεί στην εύκολη, άκοπη εντυπωσιοθηρία, μόνο και μόνο για να κερδίσει ένα χειροκρότημα και, ενδεχομένως, την πρόσκαιρη -όπως πάντα- αγάπη του κόσμου.
Οι δημοσιογράφοι, όπως προσπαθούν όλοι οι εργαζόμενοι, με τις δικές τους πιέσεις κατάφεραν να μη μειωθεί προς το παρόν η επικουρική τους σύνταξη. Τι ήθελε ο κ. Λαζόπουλος; Να μειωθεί; Αν οι απεργοί στα σκουπίδια κέρδιζαν -που το κέρδισαν- την ένταξή τους στα βαρέα έπρεπε να καταγγελθούν, επειδή το ίδιο δεν κέρδισαν οι αστυνομικοί; Ή μήπως πρέπει τώρα οι σκουπιδιάρηδες να απορρίψουν την ένταξή τους στα βαρέα επειδή δεν την κέρδισαν και οι αστυνομικοί;
Σάμπως δεν ξέρει ο κ. Λαζόπουλος, ότι οι δημοσιογράφοι δεν γλιτώνουν την κύρια συνταξιοδοτική τους κατάσταση, ενοποιούνται με άλλα ταμεία του χώρου των ΜΜΕ, που είναι ζημιογόνα και, το κυριότερο, τους κλέβεται από την κυβέρνηση το 10% των αποθεματικών του ταμείου τους;
Τα ξέρει. Οπως ξέρει και το κυριότερο: Οτι ο ίδιος και οι όμοιοί του δεν θα είχαν δουλειά αν δεν αντλούσαν το υλικό των εκπομπών τους από τη ΔΟΥΛΕΙΑ των δημοσιογράφων, που παράγουν τις ειδήσεις και τις εκπομπές από τις οποίες ΚΛΕΒΟΥΝ τα στοιχεία που χρησιμοποιούν.
Γιατί, ο κύριος Λαζόπουλος δεν έχει παραγάγει ποτέ είδηση. ΚΛΕΒΕΙ από τον ιδρώτα δημοσιογράφων για να κερδίσει την παχυλότατη αμοιβή του, που οι δημιουργοί δημοσιογράφοι δεν θα δουν ποτέ μέχρι να πεθάνουν.
Ακόμα χειρότερα: Οι δημοσιογράφοι, κερδίσουν-δεν κερδίσουν τις επαγγελματικές τους μάχες – που τα τελευταία χρόνια τις χάνουν όλες-, είναι κάθε μέρα εκεί και ξεβρακώνουν κάθε κυβέρνηση και κάθε λαμογιά της εξουσίας, χωρίς να το ανταλλάσσουν με τις δικές τους ανάγκες. Είναι η δουλειά τους. Απ’ αυτήν μαθαίνει ο λαός.
Ποιος αντιπολιτεύεται και προβάλλει τους αγώνες των εργαζομένων, τις κλεψιές, τις ατιμίες, ποιος αποκαλύπτει στοιχεία για κάθε απατεωνιά ιδιωτών και Δημοσίου, ποιος σχολιάζει, ξιφουλκεί, σατιρίζει, αποδομεί τα έργα των υπουργών, των αξιωματούχων, των καταχραστών, κάθε μέρα από τον ιδρώτα των ρεπορτάζ; Οχι ο κ. Λαζόπουλος.
Ο κ. Λαζόπουλος παίρνει έτοιμο τον ιδρώτα της δημοσιογραφικής δουλειάς για να παραγάγει ο ίδιος για τον εαυτό του φήμη, χειροκρότημα και δεκάδες χιλιάδες ευρώ, που δεν θα τα δουν ποτέ αυτοί που πραγματικά τα παρήγαγαν: Οι δημοσιογράφοι. Ωστε, στο τέλος να έχει την ανηθικότητα να ρίξει λάσπη στους εργαζόμενους, που χάρη σ’ αυτούς ζει.
Οι δημοσιογράφοι δεν είναι ό,τι αγαθότερο υπάρχει στον πλανήτη. Αλλά, είναι κάθε μέρα εκεί και η κοινωνία ξέρει τι γίνεται και τι δεν γίνεται χάρη σ’ αυτούς. Μπορεί να μην κάνουν συχνά σωστά τη δουλειά τους, αλλά πάλι δημοσιογράφοι είναι αυτοί που αποκαλύπτουν τις λαθροχειρίες της δημοσιογραφίας.
Ακόμα χειρότερο για τον κ. Λαζόπουλο και τον κάθε κύριο, οι δημοσιογράφοι δεν είναι οι πέντε – δέκα σταρ, με τους οποίους συγχνωτίζεται ο ίδιος. Είναι οι 6.000 εργαζόμενοι χωρίς ωράρια, χωρίς ασφάλεια και με μέσο όρο αμοιβής τα 1.000 ευρώ το μήνα για 6 και 7 μέρες δουλειά τη βδομάδα.
Που αποκαθηλώνουν κάθε μέρα κάθε κυβέρνηση από εφημερίδες, ραδιόφωνα και τηλεόραση, χωρίς να δίνουν ντε και καλά κώλο γι’ αυτό. Σε αντίθεση με άλλους αμειβόμενους.
Τέλος, χωρίς να είναι το πιο ασήμαντο -ίσως να είναι το πιο σημαντικό- ο κ. Λαζόπουλο αντλεί τη δύναμη της εκπομπής του από το γεγονός ότι σατιρίζει -διαπομπεύει και γελοιοποιεί είναι το σωστό- ανθρώπους μέσα από τηλεοπτικά σποτ, που προβάλλει, χωρίς ο διαπομπευόμενος να είναι παρών, εκεί, για να του απαντήσει και να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Δεν του δίνεται αυτό το δικαίωμα.
Κι αυτό, αγγίζει τα όρια του κίτρινου φασισμού. Αν δεν είναι κιόλας. Οτι γελάει ο λαός μ’ αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Λαός ακολουθούσε και χειροκροτούσε και τον Χίτλερ, και τον Μουσολίνι”.
Advertisements